Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ Δ΄ΡΑΪΧ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ - Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ - ΟΤΑΝ Ο ΝΕΟ-ΝΑΖΙΣΜΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΝΕΟ-ΟΘΩΜΑΝΙΣΜΟ

Του Ηλία Ηλιόπουλου

Πηγή: ΝΕΜΕCΙS – Τεύχος 15 Οκτωβρίου 1998

Από της Αμερικανικής και της Γαλλικής επαναστάσεως και έπειτα, η σύγχρονη δημοκρατική σκέψη αναγνωρίζει δικαι­ώματα του ανθρώπου και πολίτου. Το (ναζιστικής κατα­γωγής) ιδεολόγημα των «εθνοτικών ομάδων» σηματοδοτεί ιστο­ρικών διαστάσεων αναστροφή κατά τη μακρά πορεία του ανθρώπου για τη χειραφέτηση και απελευθέρωσή του από αρχαϊκά προ-πολιτικά δεσμά (θρησκοληψία – φυλετισμός), σημαίνει δε, εν τέλει, την ακύρωση του ουμανισμού, του Διαφωτισμού και του νεωτερικού δημοκρατικού έθνους-κράτους και την επιστροφή στον Μεσαίωνα.
Η αντίληψη ότι ουδείς άνθρωπος επιτρέπεται του λοιπού να διωχθεί ή να τύχει αρνητικής μεταχειρίσεως μόνον και μόνον επειδή έχει την τάδε ή τη δείνα εθνικότητα ή θρησκευτική πίστη, απετέλει κοινή πεποίθηση των απανταχού της γης ελευθέρων πνευ­μάτων, την επαύριο του τελευταίου μεγάλου πολέμου.
Συγκλονισμένη από τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και από το πρωτοφανές και ασύλληπτον («einmalig und unvorstellbar») των εγκλημάτων του φασισμού (ακόμη και εν αντιπαραβολή προς προηγουμένους πολέμους ή γενοκτονίες), ακριβώς δε επειδή τα εγκλήματα αυτά διεπράχθησαν αδιακρίτως εις βάρος αμάχων ανθρώπων μόνον και μόνον εξ αίτιας του »ανήκειν» σε μία άλφα ή βήτα εθνική ή θρησκευτική κοινότητα (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η γενοκτονία κατά των Εβραίων), η ανθρωπότης αισθάνθηκε την ανάγκη να εκδηλώσει πανηγυρικώς την ευαισθησία της ειδικά ως προς το ζήτημα των διακρίσεων εις βάρος ατόμων λόγω εθνικότητος, χρώματος ή θρησκεύματος.
Υπό την έννοια αυτήν, λοιπόν, ο νεοϊδρυθείς τότε Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών συνομολόγησε το 1948 την »Σύμβασιν προς πρόληψιν και δίωξιν της γενοκτονίας». Η συμφωνία απετέλεσε το νομικό πλαίσιο (λίαν αυστηρό, υπό το κράτος και των αλγεινών εμπειριών του φασισμού) γιά την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Πολίτου.
Όλως ενδιαφέρον, σε σχέση με το εξεταζόμενο θέμα μας, είναι το γεγονός ότι ή σύμβαση του ΟΗΕ αφορά πρόσωπα, όχι σύνολο. Ο άνθρωπος, ο πολίτης, είναι πού προστατεύεται από ενδεχόμενη δίωξη ή διάκριση εις βάρος του, επειδή ανήκει στην άλφα ή τη βήτα μειονότητα, θρησκευτική ή εθνική. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι »ή» μειονότης χ ή ψ πρέπει να έχει, ως τοιαύτη, συλλογικά δικαιώματα.
Ήγουν: Η Διακήρυξη του ΟΗΕ αναφέρεται σε δικαιώματα του προσώπου, του Ανθρώπου και του Πολίτου! Συλλογικά »δικαιώμα­τα» αρχαϊκών συνόλων (»εθνοτική ομάδα / μειονότης») δεν γνωρί­ζει ο ΟΗΕ! Τούτο δε όχι επειδή ίσως ο ΟΗΕ »ξέχασε» τις μειονότη­τες, όπως κατ’ επανάληψιν ισχυρίσθηκε τον τελευταίο καιρό ο κ. Σωτήρης Νταλής, παρουσιάζων τις δήθεν «μοντέρνες» εκδόσεις κάποιων ανιστόρητων «ευρωπαϊστών» προφεσόρων για τις «μειο­νότητες» στην Ελλάδα. Ο Ισχυρισμός ότι ή «διεθνής κοινότης» είχε »ξεχάσει» τις »εθνοτικές και γλωσσικές μειονότητες» επί σαράντα και πλέον χρόνια (1945-1990), προδίδει ασύγγνωστη πολιτική αφέλεια και τερατώδη άγνοια κρίσιμων ιστορικών αληθειών. Και καλόν θα ήτο όσοι αναλαμβάνουν κατά καιρούς να «μετακενώσουν» στους εν Ελλάδι “ιθαγενείς» τα »φώτα της Εσπερίας (πανεπιστημιακοί αστέρες του συρμού, αρθρογράφοι-βιβλιοπαρουσιαστές του «Βήματος», του «Αντί», της «Ελευθεροτυπίας” κ.α). να υιοθετούν μια κριτική στάση και να μη λειτουργούν απλώς ως πρακτορεία αναμεταδόσεως των κυριάρχων ιδεολογημάτων της «Νέας Τάξεως».
Για να επανέλθουμε όμως, η διεθνής κοινότης (ότι και αν σημαίνει τούτο) δεν ήταν ποτέ δυνατόν να αναφερθεί σε «εθνοτικές και γλωσσικές μειονότητες» το 1954, την επαύριο του «μεγά­λου σφαγείου», για δύο λόγους:


Πρώτον, η ενδεχόμενη αναγνώριση δικαιωμάτων όχι προσώπων αλλά συνόλων θα εσήμαινε αποδοχή, εκ μέρους των Ηνωμένων Εθνών, της αρχής της συλλογικής ευθύνης, η οποία όμως είναι παντελώς ξένη στην προοδευτική ευρωπαϊκή πολιτική και νομική σκέψη, μετά το 1789, και αντίκειται προς πάσαν έννοιαν δημοκρατίας (όρα τα προαναφερθέντα περί ιστορικής αναστροφής). Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι, κατά τους τελευταίους αιώνες, η αρχή της συλλογικής ευθύνης εξακολουθούσε να ισχύει μόνον σε κοινωνίες με «παρωχημένη πολιτική κουλτούρα» (»parochial culture»). Τυπικό παράδειγμα το οσμανικό κράτος, όπου δεν ανεγνωρίζετο το πρόσωπο, αλλά το «μιλλέτ» (Ρωμιοί, Εβραίοι κ.λπ.).
Δεύτερον, επί της ιδίας αρχής της συλ­λογικής ευθύνης είχε βασισθεί η όλη πολιτική και πολιτειακή σκέψη της ναζιστικής Γερμανίας. Οι πολιτειολόγοι, νομομαθείς και λοιποί διανοούμενοι του ναζισμού είχαν αναγάγει σε ύπατο αξίωμα την προ-νεωτερική, προ-πολιτική, προ-αστική και προ-δημοκρατική αρχή της συλλογικής ευθύνης (η οποία δεν απαντούσε πλέον πουθενά στην Ευρώπη, παρά μόνον, ως προελέχθη, στην Οθωμανική Αυτο­κρατορία ή σε εκτός Ευρώπης αποικιοκρατούμενες κοινωνίες).
Για τούς θεωρητικούς του ναζισμού δεν υπήρχαν πλέον πρόσω­πα, αλλά εθνοφυλετικές ομάδες. «Ελευθερία είναι η συμφωνία με το είδος», εξηγούσε ο κορυφαίος εξ αυτών Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ. Και το αξίωμα αυτό απετέλεσε τη λυδία λίθο της ευρωπαϊκής σχεδιάσεως του ναζισμού, όπως θα δούμε κατωτέρω (η γνωστή »διεθνιστική» παρέα της «Ελευθεροτυπίας» και οι λοιποί φωνασκούντες για την καταπίεση των «εθνοτικών ομάδων» εν Ελλάδι για «Μακεδόνες» καί »Αρωμούνους» και τα τοιαύτα, θα εξεπλήσσοντο, εάν μάθαιναν πόθεν κατάγονται τα ιδεολογήματά τους).
Επομένως, οι στοχαστές και οι διανοούμενοι οι οποίοι συνέτασσαν το 1948 διακηρύξεις υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – διακατεχόμενοι από την ιδεαλιστική πίστη ότι, τώρα πλέον, μετά το πέρας της τραγωδίας και δια της ιδρύσεως του ΟΗΕ, η ανθρωπότης θα εύρει τον δρόμο της ειρήνης και της συναδελφώσεως (πίστη ανθρωπίνως εύλογη και αξιέπαινη, ασχέτως του πώς κατήντησε αργότερα ο ταλαίπωρος ο διεθνής οργανισμός!)- δεν θα διενοούντο ποτέ να υιοθετήσουν τη φασιστική αρχή της συλλο­γικής ευθύνης -πολλώ μάλλον, καθ’ όσον είχαν ακόμη νωπές τις οδυνηρές μνήμες από την ακατάσχετη χιτλερική ρητορεία υπέρ των «μειονοτήτων» και «έθνοτικών ομάδων».
Αλλά ακόμη και σήμερα, η «διεθνής επιστημονική κοινότης» (ότι και αν σημαίνει αυτό) δεν έχει κατασταλάξει σε ένα κοινής αποδοχής ορισμό περί «μειονοτήτων», ακόμη λιγότερο δε αναγνωρίζει τη βεβα­ρημένου ναζιστικού παρελθόντος έννοια της «εθνοτικής ομάδος» – παρά τις ενταθείσες μετά το 1990 προσπάθειες της γερ­μανικής διπλωματίας και παρ’ όλον τον εκκωφαντικό θόρυβο διαφόρων, υπόπτου προελεύσεως, «Ινστιτούτων» και «Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων»!
Το χαρίεν της υποθέσεως έγκειται στο ότι, πολύ προτού… ανακαλυφθούν, τα τελευταία χρόνια, από τους κατ’ επάγγελμα «διεθνιστές», οι «εθνοτικές ομάδες» και «μειονότητες» είχαν αναχθεί από τους ναζιστές ιθύνοντες σε ακρογωνιαίο λίθο του «νεο-ταξικού» ευρωπαϊκού οικοδομή­ματος τους!
Οι ευφυέστεροι και διορατικότεροι εκπρόσωποι των γερμα­νικών οικονομικών, πολιτικών και διπλωματικών ελίτ είχαν διαγνώσει. ήδη από της επομένης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ότι οι στρατηγικοί στόχοι της Γερμανίας στην Ευρώπη, πρωτίστως δε στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, έπρεπε να προσλάβουν μίαν τινά «ήθική” νομιμοποίηση στα όμματα της διεθνούς κοινής γνώμης, πράγματι, η Γερμανική Δημοκρατία του Μεσοπολέμου, η αποκληθείσα και Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η οποία, όπως έχει, εν τω μεταξύ, μετά βεβαιότητος αποφανθεί η σύγχρονη ιστο­ρική επιστήμη, ακολουθούσε σαφώς αναθεωρητική πολιτική (πολι­τική αναθεωρήσεως/ακυρώσεως των δυσμενών για τη Γερμανία γεωπολιτικών αποτελεσμάτων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου), αξιοποίησε το ιδεολόγημα των «εθνοτικών ομάδων» και ενέταξε την «προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων» στην εξωτερική πολιτική της.
Η άμα τη λήξει του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ιδρυθείσα Κοινω­νία των Εθνών δημιούργησε, συν τοις άλλοις, και ένα όργανο για την προστασία των πολιτών-μελών διαφόρων εθνικών μειονοτήτων. Το πρόσωπο το οποίο θεωρούσε ότι ετύγχανε αρνητικής μεταχειρίσεως εκ μέρους του κράτους του, εξ αίτιας της εθνικής καταγωγής του, διέθετε για πρώτη φορά θεσμούς στους οποίους και ηδύνατο πλέον να απευθύνεται, προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματα του (Γραμματεία Κοινωνίας των Εθνών, εδρεύουσα εν Γενεύη, Διεθνές Δικαστήριο Χάγης).
Δεν πρόλαβε, καλά-καλά, να εγκαθιδρυθεί το νέο σύστημα και η Γερμανία του «άλλαξε τα φώτα”, κατά το κοινώς λεγόμενον, χρησιμοποιούσα αυτό καταχρηστικώς και καθ’ υπερβολήν, προς επίτευξιν των στρατηγικών στόχων της στην Ευρώπη. Η σημαντι­κότερη πολιτικώς διαστρέβλωση συνίστατο στο ότι, ενώ το νομικό πλαίσιο της ΚτΕ (όπως και το μεταγενέστρο του ΟΗΕ, περί του οποί­ου εγένετο λόγος) αφορούσε πρόσωπα, οι Γερμανοί ιθύνοντες επέμεναν να το εννοούν και να το ερμηνεύουν ως αναφερόμενο σε σύνολα («έθνοφυλετικές ομάδες»).
Η εμμονή αυτή εκλαμβάνεται συνήθως, και ορθώς, ως τυπική απόδειξη της θεμελιώδους διαφωνίας μεταξύ της συγχρόνου, πολιτικής και δημοκρατικής περί έθνους αντιλήψεως («γαλλική / αγγλοσαξονική σχολή») και της αντίστοιχης αρχαϊκής και φυλετιστικής περί έθνους αντιλήψεως της «γερμανικής σχολής». Πέραν αυτού, όμως, η γερμανική στάση πρέπει να εξηγηθεί και σε συνάρτηση προς τις στρατηγικές επιδιώξεις της Γερμανίας στην Ευρώπη.
Διακεκηρυγμένος, ήδη από το 1914, στρατηγικός στόχος του γερμανικού κεφαλαίου ήταν η συγκρότηση ενός ηνωμένου γεωοικονομικού και γεωστρατηγικού χώρου της ηπειρωτικής Ευρώπης, υπό γερμανική ηγεμονία. Η ναζιστική Γερμανία (1933-1945) εξήγγειλε την πρόθεσή της να εκπληρώσει αυτόν τον στόχο. Τα επίσημα και ημιεπίσημα γερμανικά κείμενα της περιόδου βρίθουν αναφορών στον σχεδιαζόμενο Μεγάλο Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο («Europaische Grossraumwirtschaft») και στην ιδρυθησομένη Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα («Europaische Wirschaftsgemeinschaft»)!
Απαραίτητος όρος, όμως, της δημιουργίας αυτού του υπερεθνικού ευρωπαϊκού Ράιχ ήταν η διάλυση ή σημαντική αποδυνάμωση των σχετικώς (ισχυρών εθνών-κρατών τής Ευρώπης. Όσον και αν, εκ πρώτης και μόνον όψεως, φαίνεται οξύμωρον, η επιδιωκομένη υπό του γερμανικού ιμπεριαλισμού «ευρωπαϊκή ενοποίηση» συνεβάδιζε με τον εθνοφυλετικό κατακερματισμό της Ευρώπης. Και ένα θαυμάσιο εργαλείο προς τον σκοπόν αυτό συνιστούσαν οι διάσπαρ­τες ανά την Ευρώπη γερμανικές μειονότητες (συνεπεία της ήττας της, το 1918, η Γερμανία απώλεσε σημαντικές εκτάσεις υπέρ της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας, του Βελγίου, της Δανίας κ.λπ., οπότε εκατομμύρια Γερμανών κατέστησαν αίφνης πολίτες άλλων κρατών), αλλά και οι μη γερμανικές εθνοφυλετικές ομάδες.
Ήδη λοιπόν από της επομένης του πολέμου, η Γερμανία (σημειωτέον: η δημοκρατική Γερμανία των Σοσιαλδημοκρατών του Γουσταύου Στρέζεμαν!) ανήγαγε τις μειονότητες σε μοχλό της αναθεωρητικής πολιτικής της. Προς τον σκοπό αυτό συνεστήθησαν διά­φορες «μη κυβερνητικές» οργανώσεις για τα δικαιώματα των «εθνοτικών ομάδων», οι οποίες, ενισχυόμενες με κρατικούς πόρους και δρώσες βάσει κρατικών οδηγιών, ανέλαβαν να προω­θήσουν την πρώτιστη επιδίωξη της Γερμανίας στην Ευρώπη: την αναθεώρηση της Συνθήκης Ειρήνης και των συνόρων στην Ανατο­λική Ευρώπη.
Ο χειρισμός της υποθέσεως απαιτούσε μεγίστη προσοχή και εχεμύθεια. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να διαρρεύσει ή, έστω, να δοθεί η εντύπωση ότι το γερμανικό κράτος ήταν αναμεμειγμένο. Αντιθέτως, έπρεπε να φαίνεται ότι όλα είναι προϊόν της τοπικής δράσεως, των εκπροσώπων διαφόρων γερμανικών μειο­νοτήτων, καθηγητών, δημοσιογράφων, δικηγόρων, πολιτικών. Η εντολή του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών προς την Ομοσπονδία Γερμανικών Εθνοτικών Ομάδων Ευρώπης ήταν σαφής: «Στην προκειμένη περίπτωση, το κράτος πρέπει να δράσει λίαν προσεκτικώς και να κρατηθεί στο παρασκήνιο«. Σημειωτέον ότι τούτα ελέγοντο τον Απρίλιο του 1922, ήτοι ένδεκα χρόνια προ της ανόδου του ναζισμού στην αρχή!
Απόρρητο υπόμνημα του (Σοσιαλδημοκράτη) Στρέζεμαν όριζε τα της μυστικής χρηματοδοτήσεως των ανά την Ευρώπη δραστηριοποιουμένων μειονοτικών οργανώσεων της Γερμανίας. Το υπουργείο Οικονομικών εκλήθη να καταβάλει τριάντα εκατομμύ­ρια (παλαιά) μάρκα, ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη. Διάφοροι «σύνδεσμοι» ανέλαβαν την προώθηση των χρημάτων αυτών στις μειονοτικές οργανώσεις του εξωτερικού, ούτως ώστε να «εξασφαλίζεται το απόρρητο της πηγής των χρημάτων», όπως σημείωνε ο προαναφερθείς Γερμανός υπουργός Εξωτερικών. Τον ρόλο των συνδέσμων επεφορτίσθησαν ορισμένα γραφεία, ιδρυθέντα, κατά προτίμησιν, σε παραμεθόριες περιοχές.
Και από που θαρρείτε ότι ξεκίνησε η εκστρατεία αποσταθεροποιήσεως; Από το… Φλένσμπουργκ, στη γερμανοδανική μεθό­ριο! Τό Φλένσμπουργκ της Βορείου Γερμανίας επέλεξε ο «μακεδονολόγος» κ. Στέφαν Τρέμποτ και η βεβαρημένου παρελθόντος παρέα του (μεταξύ αυτών σεσημασμένοι παλαιοναζί!) ως έδρα, από τον Δεκέμβριο του 1996, του «Ευρωπαϊκού Κέντρου Μειονοτή­των» (όρα σχετική αρθρογραφία στην ΝΕΜΕCΙΝ). Και το ίδιο Φλένσμπουργκ είχαν επιλέξει, κατά τη δεκαετία του 1920, οι ομογάλακτοί τους, ως αφετηρία της εξορμήσεώς τους για τη διάλυση της Ευρώπης των κυριάρχων και ισοτίμων εθνών-κρατών και τη μετα­τροπή της σε μιά μάζα από εκατοντάδες «ανεξάρτητα» εθνάρια («εύκολη τροφή» πλέον για τον τευτονικό «Γαργαντούα”).

Ιδρύθηκε, λοιπόν, ένα «Συνοριακό Γραφείο Συνδέσεως Βορρά» στο Φλένσμπουργκ, το οποίο και ανέλαβε αμέσως δράση από την άλλη πλευρά της γερμανοδανικής μεθορίου. Η γεωγραφική γειτνίαση με την Δανία συνιστούσε για τούς ιθύνοντες ένα πρώτης τάξεως άλλοθι: Αφού υφίστατο μία γερμα­νική μειονότης «απέναντι», η οποιαδήποτε «πολιτιστική» δραστηριότης επί δανικού εδάφους όχι μόνον δεν εφάνταζε ύποπτη, αλλά έμοιαζε, αντιθέτως, ως αυθόρμητη και δικαιολογημένη συνεργασία των ανθρώπων των διαβιούντων ένθεν και ένθεν των συνόρων («διπλωματία των πολιτών», που θα έλεγαν σήμερα και οι ευρωλάγνοι του »Aristera»!).
Η ομοιότης με τη σημερινή τακτική του «Ευρωπαϊκού Κέντρου Μειονοτήτων» είναι συγκλονιστική: Για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις και να πείσουν περί των… καλών προθέσεων τους, ο κ. Τρέμποτ και η παρέα του δεν διεκδίκησαν, βεβαίως, από τη Δανία την «επιστροφή», του «Βορείου Σλέσβιχ” στη Γερμανία (ανόητοι δεν είναι -κάθε άλλο- είναι πανέξυπνοι και μεθοδικότατοι, και γι’ αυτό λίαν επικίνδυνοι!), αλλά χρησιμοποίησαν ευφυώς την ύπαρξη μιάς… δανικής μειονότητος στη βορειότερη περιοχή της Γερμανίας, στο ομόσπον­δο κρατίδιο του Σλέσβιχ-Χολστάιν! Τι πιό λογικό και θεάρεστον, επομένως, από το να… «προωθήσουμε» τον «διαπολιτισμικό διά­λογο» εμείς εδώ στο Φλένσμπουργκ, που έχουμε και έναν λόγο παραπάνω, λόγω των δανικής καταγωγής συμπολιτών μας – αυτό το επιχείρημα επικαλούνται κατά κόρον (και αυτό επανελάμβανε, προμηνών, στον γράφοντα, κατά τη διάρκεια προσωπικής συνο­μιλίας, ο υπεύθυνος σημαντικού γερμανικού «think-tank»).
Πράγματι, μεγαλοφυές! Όθεν και επέτυχαν να συμπαρασύ­ρουν, ως «τσόντα», κάποιους ανυποψίαστους Δανούς (και τους προβάλλουν τώρα ως άλλοθι!) καθώς και μερικούς καλοκάγαθους Γερμανούς αριστερούληδες του Σλέσβιχ-Χολστάιν. Εδώ επιβάλλεται μία επεξήγηση: Πολλοί καλλιεργημένοι Γερμανοί, καταγόμε­νοι, κατά κανόνα, από την λεγομένη «γενιά του 1968», προερχό­μενοι δηλαδή, κυρίως, εκ του αριστερού χώρου της δεκαετίας του 1970, τρέφουν, υπό το βάρος και του εβραϊκού Ολοκαυτώματος, μίαν ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μειονοτήτων. Καλοπροαί­ρετοι όντες, ενίοτε μέχρις αφελείας, κιν­δυνεύουν πολύ συχνά να παρασυρθούν σε ύποπτες ατραπούς, μόλις τους «παραμυθιάσει» κανείς με «προστασία μειονοτή­των» και «πολυπολιτισμικά» φούμαρα! Έτσι, άλλωστε, «την πάτησαν» μόλις προ ετών πολλοί πρώην ειρηνιστές, Σοσιαλ­δημοκράτες και Πράσινοι Οικολόγοι, οι οποίοι, παγιδευμένοι από την ενορχηστρωμένη αντισερβική παραπληροφόρη­ση των κυριάρχων ΜΜΕ περί «Σέρβων σφαγέων, συμμοριτών και βιαστών», έφθασαν στο σημείο, προς μεγίστην έκπληξιν και αυτών των παλαιών και νέων ναζί, να ζητούν εξ ίσου επιτακτικώς τον… βομβαρδισμό των Σέρβων. Υποθέ­τουμε ότι κάπως έτσι πρέπει να «την έπαθαν» και στην προκειμένη περίπτωση όσοι καλόπιστοι βοήθησαν την ίδρυση του Κέντρου Μειονοτήτων, όπως η, κατά τα λοιπάν λίαν αξιόλογη, θαρραλέα και δυναμική, Σοσιαλδημοκράτισσα τοπική πρωθυπουργός του Σλέσβιχ-Χολστάιν κ. Χάιντε Ζιμόνις.
Ας αφήσουμε, όμως, επί του παρόντος, το σύγχρονο αποσταθεροποιητικό «κέντρο μειονοτήτων» του Φλένσμπουργκ και ας επιστρέψουμε στους πνευματικούς του πατέρες του Μεσοπολέ­μου. Η ναζιστική Γερμανία (1933-1945), η οποία διεδέχθη τη Δημοκρατία της βαϊμάρης (1918-1933), συνέχισε την περί μειονοτήτων πολιτική της τελευταίας. Όπως και παλαιότερα από των στηλών της ΝΕΜΕCΕΩS επισημάναμε, ο Γερμανός καγκελάριος Αδόλφος Χίτλερ επέτυχε να ανατρέψει άπαντα σχεδόν τα αρνητικά για τη χώρα του γεωπολιτικά αποτελέσματα του πρώτου πολέμου ειρηνικώς, μέχρι του θέρους του 1939, και το επέτυχε τούτο ομιλών διαρκώς για δύο μόνον πράγματα: για την ειρήνη στην Ευρώπη και για τα δικαιώματα των γερμανικών (και άλλων) μειο­νοτήτων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Μία σημαντική μερίς της γαλλικής και της αγγλικής πολιτικής ελίτ και διανοήσεως έβλεπε, επί χρόνια, με έκδηλη συμπά­θεια και κατανόηση τον Γερμανό καγκελάριο, που δεν ζητούσε παρά… σεβασμό των μειονοτήτων! Στην Αγγλία, μάλιστα, όπου είχαν το πάνω χέρι οι «ειρηνιστές» οπαδοί της πολιτικής κατευνα­σμού (ομογάλακτοι των «ειρηνιστών” του σημερινού αθηναϊκού «Μετώπου Λογικής κατά του εθνικισμού»), οι πάντες σχεδόν, από τους «ευρωπαϊστές» Συντηρητικούς τύπου Τσάμπερλεν μέχρι τους Φιλελευθέρους και τους μετριοπαθείς Εργατικούς, εφαίνοντο να μη θεωρούν δα και τόσο τραγικό το ότι οι Γερμανοί ζητούσαν «απλώς» μειονοτικά δικαιώματα για τους συμπατριώτες τους στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (στην προκειμένη περίπτωση: στην Τσεχοσλοβακία).
Μόνον μερικοί πολιτικοί και αναλυτές, προερχόμενοι εκ των «δύο άκρων», οι «υπερεθνικιστές» Συντηρητικοί τύπου Τσόρτσιλ και η αριστερά πτέρυγα των Εργατικών (οι… αντιευρωπαίοι «εθνικοκομμουνιστές», που θα έλεγε και ο κ. Ριχάρδος Σωμερίτης!), έβλεπαν προς τα πού πήγαινε το πράγμα και έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου, αλλά ουδείς τους ελάμβανε σοβαρώς υπ’ όψιν.
Η περαιτέρω έκβαση της ιστορίας μας είναι σήμερα γνωστή: Αρχικώς, οι Γερμανοί ζητούσαν «απλώς» να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα της μειονότητας τους στην Τσεχοσλοβακία (Σουδήτες), και ουδείς λογικός και φιλειρηνικός Ευρωπαίος πολι­τικός διεφώνει. Την επομένη επανήρχοντο, προβάλλοντες πλέον αίτημα αυτονομίας της μειονότητάς τους, «άπλώς» για να μπορεί η τελευταία να προάγει δήθεν τον πολιτισμό της και να προστα­τεύσει την… εθνοφυλετική της ταυτότητα.
Μεθ’ ου πολύ εγένετο και τούτο δεκτό, οπότε οι εκπρόσωποι των Γερμανών Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας, υποκινούμενοι εκ Βερολίνου, αξίωσαν να παύσει το «καθεστώς τρομοκρατίας και καταπιέσεως» της Πράγας εις βάρος της γερμανικής μειονότητος και απήτησαν πλέον την αποχώρηση των τσεχικών δυνάμεων ασφαλείας, αλλά και των εν γένει τσεχικών Αρχών από την αυτόνομη «Σουδητία», διαβεβαιούντες τους Αγγλογάλλους ότι τα κίνητρά τους ήσαν αγαθά και ότι δεν σκόπευαν να αποσχισθούν από την Τσεχοσλοβακία (δεν σας θυμίζει το σημερινό «θέατρο» με το Κοσσυφοπέδιο;).
Αφού συνέβη δε και αυτό, η Γερμανία σκηνοθέτησε μία «εθνοτική σύγκρουση» στη Σουδητία, μεταχειριζόμενη ως «acteur provocateur» τη μειονότητά της. Ο δυτικός Τύπος κατεκλύζετο από ειδήσεις και ανταποκρίσεις περί «ταραχών» και περί «καταπιέσεως» της γερμανικής μειονότητος στην Τσεχοσλοβακία -η οποία, σημειωτέον, στη Σουδητία δεν ήταν καθόλου μειοψη­φία, αλλά συντριπτική πλειοψηφία. Οι (τηλεκατευθυνόμενες) γερμανικές οργανώσεις για τα δικαιώματα των μειονοτήτων είχαν «λυσσάξει», οι Άγγλοι (οι «πλανητάρχες» της εποχής!), στην προσπάθειά τους να ηρεμήσουν τους Γερμανούς και να αντιμετωπίσουν την κρίση, αξίωναν επιτακτικώς από τους Τσέχους περίπου να «αυτοευνουχισθούν» ως κράτος, και, τέλος, οι ταλαί­πωροι οι Τσέχοι (οι… Σέρβοι της εποχής!), διερωτώμενοι τι διά­βολο συμβαίνει και τους χτυπά όλος ο κόσμος, αναγκαστικώς υπέκυψαν. Αποτέλεσμα; Η απόσχιση της Σουδητίας και η προσάρ­τησή της στη Γερμανία (Συμφωνία Μονάχου, φθινόπωρο 1938).
Τουλάχιστον, το ζήτημα έληξε, θα σκεφθεί κανείς. Τέσσερα εκατομμύρια Γερμανών πήγαν και «κόλλησαν» στους υπολοίπους, όπερ και θεμιτόν στο κάτω-κάτω της γραφής! Και η Τσεχοσλοβα­κία έμεινε με τους Τσέχους της και τους Σλοβάκους της. Τέλος καλό, όλα καλά!
Αυτό ακριβώς εσκέφθησαν οι Άγγλοι και οι λοιποί. Και, ως γνωστόν, την »πάτησαν»! Διότι, ήδη από της επομένης, οι Γερ­μανοί ξεκίνησαν νέο παιχνίδι: Μπορεί μεν να «επανενώθησαν» με τους δικούς τους, αλλά τώρα άρχισαν να «κόπτονται” για τις λοι­πές «εθνοτικές ομάδες» και «μειονότητες» της Τσεχοσλοβακίας (Σλοβάκους, Ούγγρους, Πολωνούς κ.λπ.). Τι θα γίνει μ’ αυτές, ρωτούσαν ξανά και ξανά. Δεν έχουν και αυτές οι «μειονότητες” ιερό και θεμιτό δικαίωμα «να προστατεύσουν την εθνοφυλετική ταυτότητά τους»;
Προσεταιρίσθησαν, λοιπόν, την ηγεσία των Σλοβάκων και, υποσχόμενοι «λαγούς με πετραχήλια» (υποστήριξη της μεγάλης και κραταιάς Γερμανίας στή νέα και ηνωμένη Ευρώπη που σχεδίαζε ο Χίτλερ κ.λπ.), τους μετέβαλαν σε εργαλείο τους, το οποίο και χρησιμοποίησαν προς διάλυσιν (οριστική πλέον) της Τσεχοσλοβα­κίας. Ήτοι, ενώ οι Γερμανοί είχαν πάρει ήδη από το 1938 αυτό που υποτίθεται ότι ήθελαν από την Τσεχοσλοβακία (την περιοχή της γερμανικής μειονότητος), εν τούτοις προήλασαν την άνοιξη του 1939 μέσα στην ίδια την Πράγα πλέον.
Είναι αυτονόητο ότι, άφ’ ης στιγμής αφηρέθη από την (ήδη «κολοβή») Τσεχοσλοβακία και η περιοχή των Σλοβάκων, η Τσε­χοσλοβακία έπαυσε να υφίσταται ως κράτος. Η εναπομείνασα Τσεχία δεν ήταν πλέον παρά ένα φάντασμα κράτους, στερουμένου πάσης πραγματικής ανεξαρτησίας, εξ ου και η ηγεσία των Τσέχων εξηναγκάσθη να θέσει τη χώρα υπό την «προστασία» του Γερμανικού Ράιχ, μετονομασθείσα σε «Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας» (και, όπως φαίνεται, αυτήν την τύχη θα έχει και πάλι, εντός της «Ευρωπαϊκής Ενώσεως», το τραγικό έθνος που έδωσε στην ανθρωπότητα πλειάδα ηρώων, μαρτυρησάντων στην πυρά υπέρ της ελευθερίας -από τον μεταρρυθμιστή Ιωάννη Χούς, τον οποίο έκαψαν ζωντανό οι Παπικοί προ τεσσάρων αιώνων, μέχρι τον φοιτητή Γιάν Πάλατς, τον αυτοπυρποληθέντα κατά τη σοβιετική εισβολή του 1968).
Και οι αφελείς Σλοβάκοι έμειναν να πανηγυρίζουν για την «ανεξαρτησία» τους, όπως έμελλε να κάνουν δύο χρόνια αργότερα, το 1941, και οι Κροάτες της διαλυθείσης υπό των Γερ­μανών Γιουγκοσλαβίας, καθώς και οι Τσετσένοι και Τάταροι της Ρωσίας, αλλά και οι Αλβανοί Κοσοβάροι και οι Αλβανοτσάμηδες της Θεσπρωτίας και οι Σλαβομακεδόνες των Σκοπιών και της Φλωρίνης (που ενώθηκαν με τη «μητέρα Βουλγαρία») και οι (ελάχιστοι ευτυχώς!) Ρουμανόβλαχοι που ίδρυσαν «Πριγκιπάτο» στην υπό ιταλική κατοχή Ελλάδα, και όλες αυτές οι ανά την Ευρώπη και τον Καύκασο «εθνοτικές ομάδες» και «μειονότητες», οι οποίες ελειτούργησαν ως «πέμπτη φάλαγγα” του φασισμού, χωρίς ίσως και οι ίδιες να αντιλαμβάνονται ότι απετέλεσαν απλώς «πιόνια» στην σκακιέρα του.
Σήμερα, ο γερμανικός Αναθεωρητισμός χρησιμοποιεί ξανά το όπλο των «μειονοτήτων” και των «εθνοτικών ομάδων», προκειμένου να πλήξει θανάσιμα την κυριαρχία και ακεραιότητα των ανεξαρτήτων εθνών-κρατών της Ευρώπης, με πρόδηλο απώτερο σκοπό την εξασθένηση τους και υποβάθμισή τους σε ρόλο επαρχιών του εκκολαπτομένου Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου, δηλαδή του νέου γερμανικού Ράιχ. Ώς να μη ήρκει δε η χθόνια υπονομευτική εργασία δεκαετιών, εκ μέρους ποικίλων «ινστιτούτων» και «μη κυβερνητικών» οργανώσεων, έρχεται τώρα και επισήμως το γερμανικό κράτος να διακηρύξει τις μειονότητες σε εργαλείο ασκήσεως εξωτερικής πολιτικής:
Προφασιζομένη ότι κόπτεται δήθεν για τα δικαιώματα των «εθνοτικών ομάδων» της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, η γερμα­νική κυβέρνηση διεκήρυξε το 1992 «urbi et orbi», διά στόματος τού υπουργού Εξωτερικών Κλάους Κίνκελ, την πρόθεσή της να «γονατίσει» τη Σερβία («Serbien in die knie zwingen»), υπό τα ουρανομήκεις ζητωκραυγάς των ανθρωπιστικώς ευαίσθητων αριστερούληδων (!) και την αυτήν τακτική συνεχίζει και τώρα εξ αφορμής του Κοσσυφοπεδίου.
Εξάλλου, εσχάτως η γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή, δια της Διακηρύξεως της 29ης Μαΐου τρέχοντος έτος, έφθασε στο σημείο να εκβιάσει ανενδοιάστως την Πολωνία (αλλά και την Τσεχία), εξαρτήσασα εμέσως πλην σαφώς την ένταξη των χωρών αυτών στην Ε.Ε. από την αναγνώριση εκ μέρους των, του «δικαιώματος” επιστροφής των Γερμανών των εκπατρισθέντων το 1945, καθώς και από την απόδοση των περιουσιών τους.
Η διακήρυξη αυτή ήλθε να προστε­θεί σε χορεία δηλώσεων σημαι­νόντων πολιτικών, καθώς και σε σειρά άρθρων «εγκύρων” εντύπων, που επί χρόνια τώρα αξιούν (τους τελευταίους μήνες σε ολοένα και θρασύτερο τόνο!) να αναγνωρίσουν η Βαρσοβία και η Πράγα το «άδικον» («Unrecht») του εκπατρισμού εκατομμυρίων Γερμανών από την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία στα τέλη του πολέμου και συνεπείς της γερμα­νικής ήττας – χωρίς πλέον καν να αναφέρονται, έστω για τα προ­σχήματα, στο τι προηγήθη του 1945, στο «τις ήρξατο χειρών αδίκων» (όπως τουλάχιστον έπρατταν παλαιότερα, όταν παρίσταναν τις μεταμελημένες Μαγδαληνές).
Περισσότερα όμως περί της χρησιμοποιήσεως των «μειονο­τήτων” πρός αποδυνάμωσιν και δορυφοροποίησιν των εθνών-κρατών της Ευρώπης θα έχουμε τη δυνατότητα να εκθέσουμε σε επόμενο σημείωμα.



Olympia.gr
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΩΝ «ΤΟΥΡΚΩΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ» ΣΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ ΓΙΑ...«ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣ» ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ

Του Νίκου Μελέτη

Πριν καθαρογραφεί η απόφαση της Βουλής να εγκρίνει την τροπολογία που αφορά τις οργανώσεις και συλλόγους που ζητούν να έχουν στον τίτλο τους τον όρο «τουρκικός», η Άγκυρα με μια συμβολική κίνηση αναδεικνύει στην κορυφή της ελληνοτουρκικής ατζέντας μειονοτικό ζήτημα, με τον πρωθυπουργό Yıldırım να υποδέχεται με όλες τις τιμές την πολυπληθή αντιπροσωπεία από την Θράκη.
Όπως έγινε γνωστό ο κ. Yıldırım υποδέχθηκε τον σκληρό πυρήνα της μειονότητας, την «Συμβουλευτική Επιτροπή Τούρκων Δυτικής Θράκης» στο παλιό προεδρικό μέγαρο και νυν έδρα της πρωθυπουργίας στην Τσανκάγια στην Άγκυρα.
Στην συνάντηση ο κ. Yıldırım ήταν πλαισιωμένος από τους αναπληρωτές πρωθυπουργούς, τον καταγόμενο από την Θράκη Hakan Çavuşoğlu και τον Bekir Bozdağ, στην εντυπωσιακή αίθουσα των συσκέψεων του πρωθυπουργικού μεγάρου.
Στην αντιπροσωπεία της «Συμβουλευτικής» με επικεφαλής τον πρόεδρο της, ψευδομουφτή Κομοτηνής İbrahim Şerif, συμμετείχαν ο ψευδομουφτής Ξάνθης A. Mete, ο πρόεδρος του μειονοτικού κόμματος ΚΙΕΦ Ali Cavus, στελέχη των οργανώσεων «Τουρκική Ένωση Ξάνθης», της «Ένωσης Επιστημόνων Μειονότητας Δ. Θράκης», της «ΠΕΚΕΜ», αυτοδιοικητικοί παράγοντες και εκπρόσωποι και άλλων οργανώσεων που έχουν ξεφυτρώσει το τελευταίο διάστημα στην Θράκη και προωθούν τον τουρκισμό.
Σύμφωνα με τις λιγοστές αναφορές από την κλειστή αυτή συνάντηση που διήρκεσε μιάμιση ώρα ο κ. Yıldırım αναφέρθηκε στην μειονότητα που ανήκει στις δυο χώρες και αποτελεί «γέφυρα φιλίας» μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας και εξετάσθηκε η κατάσταση των δικαιωμάτων της μειονότητας και η υιοθέτηση των ευρωπαϊκών στάνταρτ για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες της «τουρκικής» μειονότητας.
Καθώς η συνάντηση αυτή ήταν κλειστή εκτιμάται ότι σε ανώτατο πλέον επίπεδο καταστρώνεται ενιαία γραμμή στο μειονοτικό και με βάση τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η τροπολογία Κοντονή, καθώς και ενόψει ενδεχόμενων εκτάκτων πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα.
Σημειώνεται επίσης, ότι οι επαφές αυτές γίνονται δέκα ημέρες πριν από την επίσκεψη του Νίκου Κοτζιά στην Άγκυρα.
Δεν είναι τυχαίο ότι τις τελευταίες ημέρες και μετά την ψηφοφορία στην Βουλή έχουν στοχοποιηθεί οι τρεις μειονοτικοί βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν πέτυχαν να πιέσουν την κυβέρνηση να τηρήσει προεκλογικές υποσχέσεις προς την μειονότητα η οποία την ανέδειξε σε πρώτη δύναμη στους δυο νομούς της Ξάνθης και της Ροδόπης και επίσης επειδή συμπράττουν με τους ΑΝΕΛ οι οποίοι ακολουθούν αντιμειονοτική πολιτική.

Αλλά ακόμη και ο έτερος μειονοτικός βουλευτής Ilchan Achmet που τώρα ανήκει στην ΔΗΣΥ, με άρθρο του άσκησε κριτική για το γεγονός ότι δεν υιοθετήθηκε από την Βουλή η πλήρης και αυτόματη αποδοχή και εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΑΔ που έχουν δικαιώσει τις οργανώσεις, αποδεχόμενο ότι η χρήση του όρου «τουρκικός» δεν αποτελεί απειλή για την Ελλάδα…

mignatiou
VIADIPLOMACY
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΤΤΑ

Από το βιβλίο:Απομνημνεύματα 
Μητροπολίτου Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη “Ο Μακεδονικός Αγών”εκδόσεις Μπαρμπουνάκη


“Αφού μελέτησα την κατάσταση,  πήγα στο προξενείο του Μοναστηριού να συνεννοηθώ με τον Πεζά, τον πρόξενο. Του εξέθεσα τα πράγματα, του είπα ότι η προπαγάνδα η Βουλγαρική κερδίζει έδαφος, ότι κάθε μέρα γίνονται φόνοι κι εκβιασμοί. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες έλεγαν στους δικούς μας; «Δε θα πάτε στη Μητρόπολι». Κι αν πήγαιναν, τους σκότωναν.
Ο Πεζάς μου είπε ότι η κατάστασις αυτή είναι κι εδώ κι αλλού. Εδώ οι πιέσεις είναι τόσο μεγάλες, γιατί θέλουν να δείξουν ότι ως τον Αλιάκμονα είναι Βουλγαρία. Μου είπε όμως ο Πεζάς να κάνω μιαν έκθεσι προς την Κυ6έρνησι. Κι έκανα μια και την έστειλε ο ίδιος ο πρόξενος στο Υπουργείο. Σ’ αυτή τους υπεδείκνυα ότι ήταν αδύνατο να κρατηθεί ο αγών χωρίς ελληνικά σώματα. Η έκθεσις στάλθηκε, μα χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Σε λίγες εβδομάδες πήγα πάλι στο προξενείο και ο πρόξενος μου είπε ότι όχι μόνον δεν μας στέλναν βοήθεια, αλλά και μας εμποδίζαν. «Δεν μπορούμε να κάνωμε τίποτα» μου λέει. «Μα καλά» του απαντώ «κάθε μέρα χύνεται το αίμα το ελληνικό. Κάθε μέρα οι ορθόδοξοι αποσκιρτούν. Αυτοί σκοτώνουν. Το Κομιτάτο τους δυναμώνει. Θα μείνω λοιπόν με χέρια δεμένα; Τότε χάθηκε η Μακεδονία». Κι αυτός ήταν σύμφωνος.

Γύρισα απελπισμένος στην Καστοριά και αποφάσισα να ενεργήσω όπως μπορούσα μόνος μου. Με όλους τους παράγοντας των χωριών, κληρικούς και λαϊκούς, Βρισκόμουν σε μυστική αλληλογραφία και τους ενεθάρρυνα και τους υποσχόμουν ότι γρήγορα θα έχουν βοήθεια από ΐην Ελλάδα.
Τώρα λοιπόν σκέφθηκα άλλο πράγμα. Αφού δεν είχα πια να περιμένω Βοήθεια από την Ελλάδα, έπρεπε να δοκιμάσω ν’ αποσπάσω κανένα βουλγαρόφωνο οπλαρχηγό και να τον πείσω και να τον μεταστρέψω και να τον κάνω Έλληνα οπλαρχηγό. Κι έτσι αποφάσισα να συναντήσω τον Κώτα από τη Ρούλια. Αυτός ήταν και παλληκάρι και δεινός σκοπευτής και ως οπλαρχηγός στους Βουλγάρους είχε σκοτώσει τον Κασίμ Αγά. Ήταν επομένως εκτός νόμου, καταδικασμένος σε θάνατο. Το χωριό του όμως Ρούλια προ ολίγων ακόμη χρόνων ήταν ελληνικό κι αυτός ο ίδιος πριν μπει στο Κομιτάτο ήταν ορθόδοξος, ώστε θα μου ήταν πιο εύκολο να τον προσηλυτίσω απο οποιονδήποτε άλλο. Έπειτα στο Κομιτάτο έδειχνε ακόμα σημεία συμπάθειας για τους δικούς μας και προ πάντων για εκείνους που σκότωναν. “Θα τον έβρω  λοιπόν” είπα “και ό,τι θέλει ας γίνει”. 
Ύστερα από πολλές ενέργειες κατόρθωσα να συνεννοηθούμε και μείναμε σύμφωνοι με γράμμα ν’ ανταμώσουμε σ’ ένα χωριό απέναντι στη Ρούλια, το ΤύρνοΒο. Επήγα εκεί μεσάνυχτα, Καθήσαμε μαζί όλη τη νύχτα και μιλούσαμε. Του έλεγα: «Εσείς είσαστε Έλληνες από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και πέρασαν οι Σλάβοι και σας εξεσλάβωσαν. Η μορφή σας είναι ελληνική και η γη που πατούμε είναι ελληνική. Το μαρτυρούνε τα αγάλματα που είναι κρυμμένα μέσα της. Και αυτά είναι ελληνικά, και τα νομίσματα που βρίσκομε είναι ελληνικά, κι οι επιγραφές είναι ελληνικές. Έπειτα η Εκκλησία μας και το Πατριαρχείο επρωτοστάτησαν πάντοτε στην ελευθερία. Ενώ η Βουλγαρία δε στάθηκε ικανή ώστε η ίδια να ελευθερωθεί, παρά την ελευθέρωσε η Ρωσσία. Και συ περιμένεις τώρα να ελευθερώσει και τη Μακεδονία; Και φαντάζεσαι πως είναι ποτέ δυνατόν η ευρωπαϊκή διπλωματία να κατακύρωσει τη Μακεδονία στη Βουλγαρία και προπάντων τη Φλώρινα και την Καστοριά, που απέχουν μόλις δυο μέρες από τα ελληνικά σύνορα, ενώ από τα Βουλγαρικά απέχουν επτά;»
Έπειτα του μίλησα και για τους φόνους, και του είπα όχι, αν αληθινά το Βουλγαρικό Κομιτάτο εργαζόταν για την ελευθερία, για ένα τόσο ιερό σκοπό, δε θα μπορούσε να κάνη τέτοια κακουργήματα, να παίρνει διά της βίας χρήματα από τους φτωχούς χωρικούς και να σκοτώνει αθώους. 
   «Από σήμερα» του είπα «θα είσαι μαζί μας, θα είσαι ο πρώτος. Θα σε στείλω κάτω να γνωρίσης τους Έλληνες βασιλείς και τα παιδιά σου θα τα στείλω στην Ελλάδα να σπουδάσουν». Το παραδέχθηκε και μείναμε σύμφωνοι, αυτός ν’ αναλάβει την υπεράσπιση των χωριών της περιφερείας του κι εγώ την υποχρέωση να συντηρώ το σώμα του. Μου έδωσε και ένα γράμμα ότι στο εξής θα υπηρέτηση το Ελληνικό Κομιτάτο.


Σε δυο τρεις μέρες μου έστειλε καν τα παιδιά του, δυο αγοράκια, το ένα επτά και το άλλο δώδεκα χρονών, που ήσαν τρόφιμοι του βουλγαρικού γυμνασίου Καστοριάς. Τα κράτησα μια εβδομάδα στη Μητρόπολη κι έπειτα τάστειλα στον Παύλο Μελά με το ιστορικό τους. Εδώ τα έβαλαν στο Λύκειο του Δέλιου κι έπειτα στη Σχολή των Ευελπίδων και σήμερα είναι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού.Στον Κώτα έστειλα αμέσως ένα μηνιάτικο, δέκα λίρες γι’ αυτόν και δύο για κάθε ένα από τα παιδιά του, τα παλληκάρια του δηλαδή. 
Αργότερα τον έστειλα και τον ίδιο τον Κώτα στο Μελά στας Αθήνας. Από την Καστοριά ως τα ελληνικά σύνορα είχα αγγελιοφόρους χωρικούς κι ένας απ’ αυτούς τον συνώδευσε ως εδώ με δύο-τρία από τα παλληκάρια του, επειδή ήξερε και την Ελλάδα. Σε κάθε χωριό είχαμε έναν αγγελιοφόρο, που έπρεπε να μας ειδοποιή για το κάθε τι. Εμείς ειδοποιούσαμε τον αγγελιοφόρο ότι θα έρθη την τάδε ώρα ένα σώμα και θα το φιλοξενήσης. Τα ίδια την άλλη νύχτα σ’ άλλο χωριό. Περπατούσαν νύχια σε νύχτα και την ημέρα κοιμόντουσαν.

Εδώ στην Αθήνα τον Κώτα τον περιποιήθηκε πολύ ο Μελάς κι έπειτα επέστρεψε πάλι στην Μακεδονία. Όταν  γύρισε, άρχισε να αντενεργή στο Βουλγαρικό Κομιτάτο- μα όχι φανερά, ως μέλος ακόμα του Κομιτάτου. Οι Βούλγαροι βέβαια το είχαν μάθει ότι πήγε στην Αθήνα, μα τον φοβόνταν πολύ. Κι έτσι εξακολούθησε να μένη στα Κορέστια, στην περιφέρεια του, που ήταν όλο Βουλγαρόφωνα χωριά.”.


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΚΡΗΤΕΣ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 139Χ88 χιλ. Με τους Κρήτες που κατέφθασαν στην Αθήνα οργανώθηκε το πρώτο «Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών», το οποίο με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων ονομάστηκε14ο Σύνταγμα. Το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών είχε αρχηγό τον Αντισυνταγματάρχη Συνανιώτη. Σημειώνουμε πως σε Κρήτες παραδόθηκε το Μπιζάνι και από Κρήτες του Συνανιώτη ακούστηκε για πρώτη φορά η ιαχή: ΑΕΡΑ!!



Αμέσως, με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου εθελοντές από την Κρήτη ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των καιρών. Ο διοικητής της στρατιάς κατά τους πρώτους μήνες των επιχειρήσεων ήταν Κρητικός, ο γνωστός Κωνσταντίνος Σαπουντζάκης. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1912 κηρύχθηκε επιστράτευση σε ολόκληρη τη χώρα. Στην Κρήτη ως και στις 27 Σεπτεμβρίου 1912 συγκροτήθηκαν 16 λόχοι οι οποίοι μεταφέρθηκαν στον Πειραιά. Στο σύνολο αποτέλεσαν 4 τάγματα.
Τα εθελοντικά σώματα που ήρθαν από την Κρήτη είχαν τους εξής οπλαρχηγούς: Κ. Μάνο, Μάρκο Δεληγιαννάκη, Γιάννη Δαμιανάκη, Αντώνη και Μάρκο Μάντακα, Σταύρο Σταυρουλάκη, Μάρκο Παπαγιαννάκη, Μάνθο Πάσχα, Νικόλα Μπαλέλη και Βαγγέλη Γαλατιανό. Έφτασαν αρχικά στα βουνά του Σουλίου και από εκεί μεταφέρθηκαν στο Μπιζάνι. Τότε δημιουργήθηκε το «Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών» (Α.Σ.Κ.) (από τα 3 πρώτα τάγματα των εθελοντών Κρητών) που προσέφερε πολλά στην πατρίδα με την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και αλύτρωτων τμημάτων της Ηπείρου.
Λέγεται πως από το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών ακούστηκε για πρώτη φορά η ιαχή «ΑΕΡΑ», όταν έκαναν επίθεση εναντίον των Τούρκων στο Μπιζάνι. (Η ιαχή αυτή χρησιμοποιήθηκε και αργότερα στο έπος του 1940.) Στο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών υπαγόταν ο Λόχος των εθελοντών από την Αμερική και ο Λόχος Διδασκάλων. (Οι Κρητικοί δάσκαλοι ως Τούρκοι υπήκοοι μπορούσαν να υπηρετήσουν στη Μακεδονία.)
Το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών εκτός από τη δράση του στην Ήπειρο (στις μάχες Πρεμετής, Κορυτσάς, Μοσχόπολης, Αργυροκάστρου κλπ.) τον Ιούλιο του 1913 μεταφέρθηκε στην Καβάλα εκτός από το 3ο Τάγμα που έμεινε στην Κορυτσά. Έλαβε μέρος στην απελευθέρωση της Ξάνθης, της Κομοτηνής και έφτασε ως το Νευροκόπι τον Ιούλιο του 1913.
Στις 14 Αυγούστου 1913 μετονομάστηκε σε 14ο Σύνταγμα Πεζικού. Τον Ιανουάριο του 1918 επέστρεψε στα Χανιά και μέσα σε ατμόσφαιρα πανηγυρική δέχτηκε την αγάπη του Κρητικού λαού κατά την υποδοχή του.
Το τέταρτο τάγμα εθελοντών Κρητών με διοικητή τον εγγονό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Γεώργιο Κολοκοτρώνη, διατέθηκε στο Στρατό της Θεσσαλίας και πολέμησε στο μέτωπο της Μακεδονίας.
Ο Διοικητής του 4ου Τάγματος Εθελοντών Κρητών, Γεώργιος Π. Κολοκοτρώνης, σκοτώθηκε στις 12 Ιουλίου 1913, μαχόμενος στην Άνω Τζουμαγιά. Πολέμησε ηρωικά στα Στενά της Πέτρας, στην απελευθέρωση της Κατερίνης και στη μάχη των Γιαννιτσών και μπήκε από τους πρώτους στη Θεσσαλονίκη ως εμπροσθοφυλακή της 7ης Μεραρχίας.

Οι απώλειες του 4ου Τάγματος ήταν οι μεγαλύτερες από εκείνες που υπέστησαν άλλες μονάδες του ελληνικού στρατού. Από τους 1.000 πολεμιστές ελάχιστοι επέζησαν.


ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΘΝΙΚΙΣΤΗΣ, ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΡΙΣΚΟΥ ΣΤΙΣ 28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1912


Γεννήθηκε 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη. Πατέρας του ήταν ο Παύλος Μαβίλης, πρόεδρος των Δικαστηρίων της Ιονίου Πολιτείας και μητέρα του η Ιωάννα Καποδίστρια Σούφη, ανεψιά του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Από την πλευρά του πατέρα του ο Λορέντζος Μαβίλης είχε Ισπανική καταγωγή. Το εξελληνισμένο όνομά του ήταν Λαυρέντιος. Ξεκίνησε τις σπουδές του από το Εκπαιδευτήριο «Καποδίστριας» που είχε ιδρυθεί στην Κέρκυρα από το 1873.
Ο δάσκαλός του, ο Ιωάννης Ρωμανός, γρήγορα αντιλήφθηκε την ιδιοφυΐα του και τον σύστησε στην Αναγνωστική Εταιρεία της Κέρκυρας (θεωρείται ως σήμερα το αρχαιότερο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας). Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η Αναγνωστική Εταιρεία ήταν αυτή που οργάνωσε και διαμόρφωσε το κίνημα για την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.
Ο Λορέντζος Μαβίλης το 1878 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1879 πηγαίνει στη Γερμανία όπου συνέχισε τις σπουδές του στη Γλωσσολογία, Φιλολογία και Φιλοσοφία. Ο ίδιος ασχολείται με την ποίηση και τη λογοτεχνία. Η αγαπημένη του μορφή ποιήματος ήταν το σονέτο, δηλ. 14στιχο ποίημα που αποτελείται από δύο τετράστιχες και δυο τρίστιχες στροφές. Έγραψε εξαιρετικά σονέτα.
Ασχολήθηκε με τη σανσκριτική (μια αρχαία μορφή ινδικής γλώσσας) και μετέφρασε αποσπάσματα από το έπος «Μαχαμπχαράτα».
Ο Λορέντζος Μαβίλης γνώριζε καλά πολλές γλώσσες. Εκτός από Ελληνικά και Ισπανικά γνώριζε καλά Αγγλικά, Ιταλικά, Γερμανικά και Ινδικά. Αγαπούσε ιδιαίτερα το σκάκι. Το 1890 αναγορεύτηκε διδάκτορας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Erlangen της Βαυαρίας με διατριβή του που αναφερόταν στο έργο του χρονογράφου της Βυζαντινής περιόδου Ιωάννη Σκυλίτση.
.

Επιστρέφοντας στην Κέρκυρα, έζησε ζωή άνετη και ποιοτική, όπως επιθυμούσε. Το 1894 στην Αθήνα ιδρύεται μυστική εταιρεία κατά τα πρότυπα της Φιλικής Εταιρείας με το όνομα Εθνική Εταιρεία.
Ο Λορέντζος Μαβίλης προσχώρησε από τους πρώτους στην Εθνική Εταιρεία της Κέρκυρας που ίδρυσε εκεί ο Παύλος Μελάς κι έγινε πρόεδρος σε ένα από τα πέντε τμήματά της.Ο Λ. Μαβίλης ενθουσιάστηκε ιδιαιτέρως από τη γνωριμία του Παύλου Μελά και μετά τη συνάντησή του, με τον ηρωικό νέο συγκινημένος ομολόγησε: «Επιτέλους, είδα ολοζώντανο μπροστά μου ένα πλάσμα της φαντασίας μου».
Σκοπός της Εθνικής Εταιρείας ήταν η αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος και η προετοιμασία για την απελευθέρωση.
Όλα αυτά τα χρόνια γράφει ακαταπαύστως ποιήματα, χωρίς όμως να τα εκδίδει. Αγωνίστηκε ηρωικά ως εθελοντής στην Κρήτη, αλλά και αργότερα με τη σειρά του στρατολόγησε άλλους εβδομήντα εθελοντές των οποίων τα έξοδα κάλυπτε ο ίδιος και αγωνίστηκε και για την απελευθέρωση της Ηπείρου (εκεί τραυματίστηκε στο χέρι). Όλα τα χρήματά του τα ξόδεψε στους αγώνες για την Κρήτη και στον ατυχή πόλεμο κατά των Τούρκων το 1897.
Το 1910 εκλέχθηκε βουλευτής. Με την ιδιότητα αυτή υπερασπίσθηκε με πάθος τη «γλώσσα του λαού».
Το 1912 η Λεγεώνα των Γαριβαλδινών κινήθηκε στην Ήπειρο, για να ενισχύσει τις δυνάμεις του Στρατηγού Κωνσταντίνου Σαπουντζάκη. Μέσα στη Λεγεώνα ξεχωρίζουν ο Λορέντζος Μαβίλης (κατετάγη ως εθελοντής Λοχαγός στους Γαριβαλδινούς) και η θρυλική εθελόντρια Ασπασία Ράλλη.


Στη μάχη του Δρίσκου 28 Νοεμβρίου 1912 μια σφαίρα πλήττει τον Λορέντζο Μαβίλη στο πρόσωπο και μετά άλλη μια. Προλαβαίνει να πει: «Επερίμενα πολλές τιμές, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου».
Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο στρατιωτικό χειρουργείο. Εκεί ζήτησε μολύβι και χαρτί, επιθυμώντας να γράψει κάτι. Τον πρόλαβε ο θάνατος. Η σωρός του έμεινε στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής πριν θαφτεί στο χώμα της Ηπειρωτικής γης την οποία τόσο πόθησε να δει ελεύθερη.



Ο ποιητής που έγραψε το υπέροχο: «Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου, ήλιος αλλού δε λάμπει!» δεν πρόλαβε να δει απελευθερωμένα τα Ιωάννινα και την Ήπειρο στις 22 Φεβρουαρίου του 1913.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ...ΑΘΑΝΑΤΟΣ - Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΑΥΤΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1904)

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ… 13/10/1904. Θάνατος του Παύλου Μελά .

Ο γενικός αρχηγός των ανταρτικών σωμάτων της Δυτικής Μακεδονίας, Ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας), μετά από πιθανή προδοσία από το Βουλγαρικό Κομιτάτο, κυκλώνεται από τουρκικό απόσπασμα στο χωριό Στάτιστα (Μελάς) Κορεστίων. Μετά από σκληρή μάχη τραυματίζεται σοβαρά και πεθαίνει, ενώ επτά από τους άνδρες του συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Η θυσία του νεαρού αυτού αξιωματικού αποτελεί από τότε σύμβολο του αγώνα για τη σωτηρία της Μακεδονίας.






ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ Η Ζωή και τό Εργο του

Παύλος Μελάς: Δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και τον τόπον μου
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.
Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων 1.
Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής – τότε – Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού – τότε, Εθνικού σήμερα – Κήπου.
«… Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ” αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών …» 2.

Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ” αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.
Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση.
Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την «Μητέρα Ελλάδα». Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον…
Ο οκτάχρονος – τότε – Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ” αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ” αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.
Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει «αντάρτης» στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ).
Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων
Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:» … Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου … Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι” αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει … Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις …» 3.
Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: «… υποταγή στο καθήκον… “Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα…», και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: «…ο Θεός μαζί σου, γιέ μου …».
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές – οι καμπάνες – για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.
Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις.

Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:» … Σεβαστέ μου πατέρα … Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον … Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω. Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν … Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ” ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου …» 4.
Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του.
Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.

Η αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη
Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ). Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α” Συντάγματος Πυροβολικού.
Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!

Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του.
Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: » … τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ” ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ” εβοήθησαν …»5.
Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.
Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.
Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του “Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας – 12 Νοεμβρίου 1894 – της μυστικής δηλαδή οργάνωσης – που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

Το «βάπτισμα του πυρός» του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η συμμετοχή του στον «άτυχο» πόλεμο του 1897
Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη.


Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του «…με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή…».

 

Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. «… Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα…» γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, «… από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση…».
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου «… Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου…»
Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος. Μέσα από τα επόμενα γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : «… εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)… Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου….», μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: «… Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι … 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι…». Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : «… ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου …», για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : «.. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον…». Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: «… Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας …» 6.
Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: «… Απεφασίσθη ανακωχή…» (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!

Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά – «… κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας …» – παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο «Θεσσαλία» συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!
Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. “Οπως ομολογεί και ο ίδιος «… πότε ειμαι ευχαριστημένος … διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε …». Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του «… ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου …».
Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει σθγκινημένος στους δικούς του. «… ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους …» .

Η 1η αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία
Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, η πρώτη αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, ήταν σαν μέλος μιας τετραμελούς ομάδας Αξιωματικών και έγινε με Κυβερνητική εντολή. Οι άδειες που τους δόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν τις μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους (αντικειμενικός στόχος τους είναι η περιοχή μεταξύ Μοναστηρίου και Καστοριάς όπου δραστηροποιούνται κύρια οι Βούλγαροι κομιτατζήδες), και τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος είναι ΜΙΚΗΣ ΖΕΖΑΣ.
Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα!
Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά να εκτελέσει αυτή την αποστολή. Όπως γράφει στο σημειωματάριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 1904, «… Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου…». Πριν αναχωρήσει, επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί και να πεθάνει αν χρειαστεί, γι΄αυτήν. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια «Ζήτω η Μακεδονία», ξεκινά συγκινημένος για την επικίνδυνη αποστολή του.
Φθάνοντας στον προορισμό του, μετά από ταξίδι μερικών ημερών, αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει σε άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει τους τυραννισμένους Έλληνες από χωριό σε χωριό. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος την εκτέλεση της αποστολής του μέχρις ότου κρυπτογραφική επιστολή του “Ιωνα Δραγούμη τον πληροφορεί για την πρόθεση της Αθήνας, ότι «… Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον νά επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον…».

Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι σαν Αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως και να αποτύχει ολόκληρη η αποστολή τους, πείθεται με βαριά καρδιά, να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Στις 29 Μαρτίου 1904, Δευτέρα του Πάσχα, ο Παύλος ξαναβρίσκεται επιτέλους με την οικογένειά του στην Αθήνα.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.
Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. «… Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».
Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: «… Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον …».
Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, «… στη μέση με πήρε, παιδιά …». Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: «… Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα …».
Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε «… πονώ!», πότε «… σκοτώστε με!» και πότε τα ονόματα των παιδιών του «… Μίκη, Ζωή!». Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη «… πονώ!» αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..
Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής : «… Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον… εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε …» !
Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον “Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του.
Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904.


http://computer.gr/melas/  
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1904 - ΣΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ - ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΗΡΩΑ



Ο Παύλος Μελάς (29 Μαρτίου 1870 -- 13 Οκτωβρίου 1904) ήταν αξιωματικός πυροβολικού του ελληνικού στρατού και πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα

''O θάνατος του είναι ζωή στους κουρασμένους από τη μετριότητα του κόσμου. Ο Θάνατος του ανασταίνει τους κοιμισμένους, ταράζει τούς μαργωμένους, δυναμώνει τους αδύνατους, δροσίζει τους διψασμένους, ο θάνατος του Νέου, ο θάνατος του Ωραίου ο θάνατος του Αντρείου.......Ψυχή, ψυχή ωραία, γλυκιά πενταπάρθενη που ερωτεύτηκες το θάνατο δίδαξε μας, ω, μάθε μας να μη πονει και να μην καίει το αντίκρισμα της αγωνίας σου, ψυχή ωραία πενταπάρθενη.'' Ιων Δραγούμης

«Ακούσετε Ελληνόπουλα! Τις αμαρτίες των γερόντων μας και τις δικές μας αμαρτίες, τις φορτώθηκε ο Παύλος Μελάς και παθαίνουνταν και υπόφερνε γι' αυτές, ενώ δεν ήταν άξιος για τέτοια τιμωρία (.). Σε σας στρέφομαι, παιδιά του Ελληνισμού, αγαπημένα Ελληνόπουλα, και σας εξορκίζω -αν έχετε να ξοδέψετε ενέργεια ας είναι και μέτρια, αν έχετε να κάψετε τίποτε περισσότερο από σπίθες απλές ενθουσιασμού- μη λησμονήτε ποτέ το θάνατο του Παλληκαριού, αλλά προ πάντων μη λησμονήτε τη ζωή του, τον ενθουσιασμό του δηλαδή και τη δύναμη και την τόλμη, μη λησμονήτε και την ιδέα που για κείνη δούλεψε και υπόφερε, ούτε την πανώρια χώρα όπου εσκοτώθη, γιατί και η ιδέα εκείνη και η χώρα θέλουν πολλούς ακόμα Ήρωες». Ίων Δραγούμης

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ο Παύλος Μελάς κατέστη η απαρχή και το Σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνος, ούτε ότι η Αυτοθυσία του γέμισε ενοχές και υποχρεώσεις, τόσο τον λαό, όσο και τον Στρατό. Δεν είναι τυχαίο ότι το βόλι που έστειλε στα Ηλύσια Πεδία τον Εθνομάρτυρα γέμισε οργή και πίστη τις ψυχές των Ελλήνων, οι οποίοι λίγα χρόνια αργότερα θα δημιουργούσαν το Έπος των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής εκστρατείας.


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΣΤΙΣ 10 π.μ. - 11 π.μ. ΜΝΗΜΗ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ (1904 - 2017)

Φέτος συμπληρώνονται 14 χρόνια από τον Οκτώβριο του 2003 που ξεκίνησε να πραγματοποιείται από την Επιτροπή Μνήμης και Τιμής ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ εκδήλωση στο μνημείο του ήρωα, έξω από την Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων – Πλατεία Παύλου Μελά (πρώην Ρηγίλλης), Βασιλίσσης Σοφίας & Ρηγίλλης.
Η εκδήλωση ξεκίνησε όταν είχαν συμπληρωθεί 99 χρόνια από την θυσία του Ήρωα, με σκοπό τότε να παρακινήσουμε τον Δήμο Αθηναίων να αναλάβει την εκδήλωση των 100 ετών.
ΣΗΜΕΡΑ 113 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ, Ο ΔΗΜΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ!!!
Οι εθνικοί ήρωες πρέπει να τιμούνται από όλο το έθνος και από το κράτος που το εκπροσωπεί, διότι ανήκουν σε όλους τους Έλληνες. Δυστυχώς όμως στην πρωτεύουσα του σημερινού Ελληνισμού, την Αθήνα, στην πόλη όπου ο πατέρας του Παύλου, ο Μιχαήλ Μελάς υπήρξε Δήμαρχος το 1891-1894, αυτή η πρόταση δεν βρήκε αντίκρισμα (από τον Ν. Κακλαμάνη έως τον Καμίνη). Έτσι εμείς δεν μείναμε αδρανείς και πράττουμε το χρέος μας.
Για εμάς τους Έλληνες εθνικιστές η θυσία του Παύλου Μελά αλλά και όλων των άλλων Μακεδονομάχων αποτελεί μια κορυφαία στιγμή του Ελληνικού έθνους στην πορεία του για εθνική ολοκλήρωση. Εμείς τους ήρωες μας τους τιμούμε γιατί η θυσία τους ή η δημιουργία τους, είναι αυτή που γράφει -κάθε ώρα και στιγμή- την λαμπρή ελληνική ιστορία.
Στην εποχή που έζησαν και έδωσαν τον αγώνα τους, οι Μακεδονομάχοι πέθαιναν για την Ελλάδα. Στην εποχή μας, δεν μας έχει ζητηθεί η υπέρτατη θυσία της ζωής (ακόμα), γι’ αυτό εμείς οι Έλληνες εθνικιστές καλούμαστε να ζήσουμε αγωνιζόμενοι για την Ελλάδα. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, να ζούμε και να αγωνιζόμαστε για την Ελλάδα. Να υπερασπιζόμαστε την Ελληνική γη, να θωρακίζουμε την Ελληνική ψυχή και να εξασφαλίζουμε την Ελληνική συνέχεια.
112 χρόνια μετά την θυσία του Παύλου Μελά και ένα αιώνα μετά την απελευθέρωση της σημερινής Ελλαδικής Μακεδονίας, οι ντόπιες συναλλασσόμενες κυβερνητικές πολιτικές εξουσίες (όλων των «αποχρώσεων») συνεχίζουν να "διαπραγματεύονται" την Ελληνικότητα του όρου Μακεδονία, ενώ έχουν ΑΠΕΜΠΟΛΗΣΕΙ ΗΔΗ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Με πρωτεύοντα σήμερα ΕΝΑΝ ΑΠΑΤΗΛΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ, ΜΕ ΣΥΝΕΚΤΕΛΕΣΤΕΣ ΟΛΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ, OΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΙ ΤΟΥ.
Εμείς οι Έλληνες πατριώτες ΔΕΝ διαπραγματευόμαστε τίποτα ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΑΡΑΧΩΡΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ. Η Μακεδονία ήταν και θα είναι πάντα Ελλάδα ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΘΑ ΑΝΗΚΕΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ.

ΦΕΤΟΣ (ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ 2016) η διοργανώτρια ΕΠΙΤΡΟΠΗ καλεί ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ, ΝΑ ΣΤΗΡΙΞΟΥΝ την προσπάθεια του «Σωματείου ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΚΗΣ ΖΕΖΑΣ» το οποίο αγωνίζεται για να διάσωση της ΟΙΚΙΑΣ του ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ και την μετατροπή του σε μουσειακό χώρο προσκυνήματος.
Την Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017, το Σωματείο θα τελέσει Μνημόσυνο για τον Μακεδονομάχο Παύλο Μελά στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Κεφαλάρι Κηφισιάς), μετά τη Θεία Λειτουργία, Θα χοροστατήσει ο σεβασμιότατος μητροπολίτης Κηφισιάς, Αμαρουσίου και Ωρωπού, κ.κ. Κύριλλος.
Θα ακολουθήσει κατάθεση στεφάνου από τα μέλη του Σωματείου «Καπετάν Μίκης Ζέζας», στον ανδριάντα του ήρωα, που βρίσκεται στην πλατεία Κεφαλαρίου της Κηφισιάς.

Για την «Επιτροπή Μνήμης και Τιμής ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ»
Γιάννης Γιαννάκενας - Γιάννης Παναγιωτακόπουλος



ΤΙ ΕΣΤΙ ΕΘΝΟΣ

Το ΕΘΝΟΣ σχηματιζεται απο δυο βασικους παραγοντες,την ΦΥΛΗ και την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.Λεγοντας <φυλη>,εννοουμε την<καταγωγη>-οτι πρεπει δηλ.τα ατομα του Εθνους να εχουν κοινη καταγωγη.Δεν αρκει να εχουν αυτα<συνειδηση>
περι κοινης καταγωγης.Δεν αρκει δηλ.να πιστευουν στην κοινη τους καταγωγη,αλλα να εχουν πραγματι κοινη καταγωγη.Διοτι ΜΟΝΟΝ η κοινη καταγωγη-η κοινη<φυλετικη υπαγωγη>-συνεπαγεται ΚΟΙΝΟΥΣ κληρονομικους χαρακτηρες,αρα κοινα πνευματικα στοιχεια.Οταν υπαρχει κοινη καταγωγη,τοτε υπαρχουν κατα το μαλλον η ηττον κοινη γλωσσα,κοινος πολιτισμος,κοινη θρησκεια,κοινα ηθη,κοινη ιστορια.Αυτα τα δευτερογενη στοιχεια δεν αποτελουν,το καθενα ξεχωριστα,απαραιτητο στοιχειο συγκροτησεως Εθνους.Εν τουτοις ολα αυτα,οταν συνυπαρχουν,συντελουν στην συνοχη της κοινοτητος,στην δημιουργια δηλ.ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ-του δευτερου παραγοντος συγκροτησεως του ΕΘΝΟΥΣ.ΕΘΝΟΣ ειναι επομενως ο ομοειδης φυλετικως λαος,που εχει συνειδηση της υπαρξεως του.
''Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ''

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Αυτή η σημαία στα μάτια τα δικά μας συμβολίζει τους Αγώνες όσων πολέμησαν, εργάστηκαν,θυσιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, σκοτώθηκαν και έζησαν με πρώτιστες αξίες εκείνες της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Πατρίδας. Αυτούς που έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην αιώνιο πανύψηλο φρούριο του Ελληνικού Πολιτισμού. Δεν είναι ικανή καμία βουλή, κανένα κράτος και κανένας πολιτικός ή κεφάλαιο να την ξεφτιλίζει και να την ξεπουλάει καθημερινά. Οι δειλοί τη βλέπουν με φόβο. Οι προδότες σαν πανί. Οι αστοί σαν ύφασμα. Οι άνανδροι την καίνε. Μα εμείς τη βλέπουμε σαν τη Μάνα που καρτερεί να μας δεί να εκπληρώνουμε τα όνειρα μας. Τα δικά μας,τα δικά της, του Γένους.

ΛΟΓΙΑ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ




















"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος." (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)

ΕΘΝΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

''Δεν θελω να πεθανει το Εθνος μου,το Εθνος αυτο, που τοσα εκαμε στην ζωη του, το εξυπνο,το τοσο ανθρωπινο. Για να το φυλαξω απο τον θανατο πρεπει τωρα να το καμω πεισματαρικο στην ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ,στον ΕΘΝΙΣΜΟ, ας ειναι και υπερβολικο το αισθημα που θελω να δωσω στους Ελληνες. Μονον ετσι θα ζησει το ΕΘΝΟΣ.''

''Σε οποιους με κατηγορουν η με περιγελουν, γιατι τους κεντρω το Εθνικο τους αισθημα και τους μιλω αποκλειστικα,θα λεγω:Λοιπον θελετε να πεθανει το Εθνος σας;Αν το θελετε,πεστε το καθαρα,μην κρυβοσαστε''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

Η ΡΗΣΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ



πισταμνους πρς εδτας τι δκαια μν ν τ
νθρωπείῳ λγ π τς σης νγκης κρνεται, δυνατ δ
ο
προχοντες πρσσουσι κα ο σθενες ξυγχωροσιν.

κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του"

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ Ε89

Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ Ι. ΜΕΤΑΞΑ

http://4.bp.blogspot.com/_NuhZMDR5O28/S_qK4rCNqWI/AAAAAAAAATQ/FgeBEEMBpt0/s400/%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9E%CE%91%CE%A3.jpg

“Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς να ζήσωμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του Εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος θα εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά μας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.


Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος
είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.
Να καταστρέψεις τα βιβλία του,
την κουλτούρα του, την ιστορία του.
Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία,
να κατασκευάσει μια νέα παιδεία,
να επινοήσει μια νέα ιστορία.
Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός
για να αρχίσει αυτό το έθνος
να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.
Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του
θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.


Μ. Κούντερα

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ: 26 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.